Η δυναμική της θεραπευτικής πορείας
Η θεραπευτική εργασία είναι μια διαδικασία βαθμιαίας αναγνώρισης, κατανόησης και επαναδιαπραγμάτευσης του τρόπου με τον οποίο σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας και τους άλλους. Δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην ανακούφιση από τα συμπτώματα ή στην υποχώρηση της ψυχικής δυσφορίας, αλλά και στην ανάπτυξη μεγαλύτερης ψυχολογικής ευελιξίας, καθώς και στην καλλιέργεια νέων τρόπων κατανόησης και αντιμετώπισης των εσωτερικών μας διεργασιών και των εξωτερικών συνθηκών της ζωής.
Η θεραπεία δεν είναι γραμμική. Η αλλαγή δεν μπορεί να είναι γραμμική. Αυτή η υπενθύμιση είναι καθοριστική για όποιον βρίσκεται σε μια διαδικασία εσωτερικής εργασίας .
Η πορεία της αλλαγής μπορεί να γίνει κατανοητή ως μέρος μιας δυναμικής και εξελικτικής διαδικασίας. Σε συνθήκες στρες, απώλειας, τραύματος ή σημαντικών αλλαγών, είναι πιθανό να ενεργοποιούνται γνώριμοι τρόποι αντιμετώπισης και παγιωμένα μοτίβα σκέψης, συναισθήματος και συμπεριφοράς (Bourdon et al., 2019)
Ο ψυχισμός συχνά στρέφεται προς ό,τι γνωρίζει, ακόμη κι όταν αυτό δεν είναι πλέον λειτουργικό ή δεν εξυπηρετεί τις σημερινές μας ανάγκες. Το γνώριμο είναι προβλέψιμο και το προβλέψιμο μπορεί να προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας και ανακούφισης, ακόμη κι όταν το τίμημα είναι ο περιορισμός των επιλογών μας και η επανάληψη δυσλειτουργικών τρόπων σκέψης και συμπεριφοράς (Wood & Rünger, 2016).
Η μετακίνηση από το γνώριμο προς το διαφορετικό προϋποθέτει, ωστόσο, την ανοχή απέναντι στην αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε αλλαγή.
Στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας, η αναγνώριση και η επεξεργασία βαθύτερων συναισθημάτων, εσωτερικών συγκρούσεων και εμπειριών που μέχρι τότε παρέμεναν ασυνείδητες ή δύσκολα προσβάσιμες μπορεί να προκαλέσουν αναστάτωση, αμφιθυμία και έντονη δυσφορία. Η επαφή με αυτές τις πλευρές της εσωτερικής μας εμπειρίας μπορεί να είναι επώδυνη (Hayes et al., 2007).
Και είναι ακριβώς σε αυτά τα σημεία που αναδύονται ορισμένα από τα πιο απαιτητικά ερωτήματα της θεραπευτικής διεργασίας:
Μπορώ να αντέξω το αφόρητο;
Μπορώ να του δώσω ψυχικό χώρο;
Μπορώ να αναγνωρίσω και να κατανοήσω τα συναισθήματα και τις
εσωτερικές διεργασίες που το συνοδεύουν;
Μπορώ να του αποδώσω νόημα, ώστε να καταστεί σταδιακά
αντικείμενο επεξεργασίας;
Η ικανότητα ανοχής, εμπεριεκτικότητας, ψυχικοποίησης και νοηματοδότησης των δύσκολων εσωτερικών εμπειριών συνδέεται με ουσιαστικές διεργασίες που μπορούν να υποστηρίξουν την ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας (psychological resilience).
Ψυχική Ανθεκτικότητα
Στη σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία, η ψυχική ανθεκτικότητα νοείται ως μια δυναμική διαδικασία προσαρμογής απέναντι σε σημαντικές αντιξοότητες, απώλειες και στρεσογόνες συνθήκες, η οποία περιλαμβάνει την ενεργοποίηση και αξιοποίηση ατομικών, διαπροσωπικών και κοινωνικών πόρων, καθώς και τη σταδιακή ανάκτηση ή αναδιοργάνωση της λειτουργικότητας (Luthar et al., 2000; Masten et al., 2021; Southwick et al., 2014).
Υπό αυτή την έννοια, η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη επίγνωση, ενίσχυση της αυτο-αποτελεσματικότητας και ανάπτυξη νέων τρόπων διαχείρισης των δυσκολιών (Bandura,1997; Southwick et al., 2014).
Η πορεία αυτή, ωστόσο, δεν είναι ευθύγραμμη ούτε απαλλαγμένη από εσωτερικές αντιφάσεις. Η θεραπευτική αλλαγή περιλαμβάνει συχνά περιόδους υποχώρησης, στασιμότητας, επαναδιαπραγμάτευσης και επαναπροσανατολισμού. Πρόκειται για μια διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στο οικείο και το άγνωστο, στην εμπιστοσύνη και την ανασφάλεια, στην επιθυμία και τη ματαίωση, στην ικανοποίηση και το έλλειμμα. Ανάμεσα, δηλαδή, στην προσδοκία μιας νέας δυνατότητας και στην αβεβαιότητα που τη συνοδεύει.
Γιατί κάθε ουσιαστική αλλαγή δεν αφορά μόνο αυτό που επιθυμούμε να κατακτήσουμε, αλλά και αυτό που καλούμαστε να αποχωριστούμε: έναν γνώριμο τρόπο ύπαρξης, μια παγιωμένη εικόνα του εαυτού ή ένα κομμάτι της ταυτότητάς μας που, ακόμη κι αν μας περιόριζε, εξακολουθούσε να μας προσφέρει μια αίσθηση συνέχειας.
Η αλλαγή εμπεριέχει πένθος και η εξέλιξη προϋποθέτει την επεξεργασία της απώλειας.
Η μετακίνηση προς κάτι νέο συνεπάγεται συχνά την αναγνώριση και την επεξεργασία όσων αφήνουμε πίσω μας. Η διεργασία αυτή μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από το Διπλό Μοντέλο Διαχείρισης του Πένθους των Stroebe και Schut (1999), σύμφωνα με το οποίο η προσαρμογή στην απώλεια περιλαμβάνει μια δυναμική εναλλαγή ανάμεσα στην επεξεργασία της απώλειας και στην προσαρμογή στις απαιτήσεις της νέας πραγματικότητας.
Υπό αυτή την οπτική, η αλλαγή δεν αφορά μόνο τον αποχωρισμό από ό,τι υπήρξε, αλλά και τη σταδιακή αναδιοργάνωση της ζωής γύρω από ό,τι αναδύεται (Stroebe & Schut, 1999).
Γι' αυτό, η πρόοδος δεν ταυτίζεται πάντοτε με την ανακούφιση ή την εξάλειψη της δυσφορίας. Μπορεί, βαθύτερα, να αποτυπώνεται στη σταδιακή ανάπτυξη της ικανότητάς μας να αναγνωρίζουμε και να επεξεργαζόμαστε τις εσωτερικές μας συγκρούσεις, να αντέχουμε την αμφιθυμία και να ερχόμαστε σε επαφή με την εσωτερική και εξωτερική πραγματικότητα χωρίς να κατακλυζόμαστε από αυτήν ή να συντριβόμαστε κάτω από το βάρος της (Hayes et al., 2007; Southwick et al., 2014).
Αυτοσυμπόνια
Αυτό που επιτρέπει σε αυτή την απαιτητική διαδικασία να συνεχίζεται, ακόμη και όταν συναντά δυσκολίες, είναι η ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε τον πόνο, τη ματαίωση και την αποτυχία με μεγαλύτερη ψυχολογική ευελιξία, ενισχυμένη συναισθηματική αυτορρύθμιση και μια πιο συμπονετική στάση απέναντι στον εαυτό μας.
Η Neff (2003) περιγράφει την Αυτοσυμπόνια μέσα από τρεις βασικές διαστάσεις:
- την καλοσύνη προς τον εαυτό αντί της αυστηρής αυτοκριτικής,
- την αναγνώριση της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας και
- την ενσυνείδητη επίγνωση των δύσκολων συναισθημάτων χωρίς υπερταύτιση με αυτά.
Η έρευνα αναδεικνύει τη σύνδεση της αυτοσυμπόνιας με καλύτερη ψυχολογική προσαρμογή, ενώ παράλληλα υποστηρίζει τη θεραπευτική αξιοποίησή της για την αντιμετώπιση της αυτοκριτικής και τη μείωση της ψυχολογικής δυσφορίας (Neff, 2003; Neff & Germer, 2013).
Η εσωτερική μας φωνή μπορεί σταδιακά να μετακινηθεί από την αυστηρή αυτοκριτική και την αυτομομφή προς μια πιο συμπονετική στάση απέναντι στον εαυτό μας: από το «Γιατί δεν τα καταφέρνω;» στο «Τι χρειάζομαι αυτή τη στιγμή για να μπορέσω να συνεχίσω;»
Από την αυτοκριτική προς την αυτοκατανόηση.
Από την απαίτηση για άμεση αλλαγή προς την αναγνώριση του προσωπικού μας ρυθμού.
Στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας, η μετάβαση από μια τιμωρητική εσωτερική στάση προς μια περισσότερο αποδεκτική και συμπονετική στάση απέναντι στον εαυτό μπορεί να αποτελεί σημαντικό μέρος της θεραπευτικής αλλαγής. Ερευνητικά ευρήματα υποστηρίζουν ότι οι παρεμβάσεις που καλλιεργούν την αυτοσυμπόνια μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της αυτοκριτικής και στην ενίσχυση μιας πιο υποστηρικτικής στάσης απέναντι στον εαυτό (Vidal & Soldevilla, 2023; Wakelin et al., 2022).
Το θεραπευτικό πλαίσιο ως σταθερό σημείο αναφοράς
Η σταθερότητα του θεραπευτικού πλαισίου, ο ρυθμός και η περιοδικότητα αποτελούν σημαντικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας ασφαλούς θεραπευτικής διαδικασίας.
Στην ψυχοθεραπεία, το πλαίσιο λειτουργεί ως ένα σταθερό θεραπευτικό «δοχείο» (container), μέσα στο οποίο μπορούν να αναδυθούν και να επεξεργαστούν δύσκολα συναισθήματα, αμφιθυμία, σύγχυση, θυμός, φόβος, ανάγκη εγγύτητας, εξάρτηση, αντίσταση και επιθυμία για αλλαγή.
Η έννοια της εμπεριεκτικής λειτουργίας, όπως αναπτύχθηκε στην ψυχαναλυτική σκέψη του Bion αφορά τη δυνατότητα υποδοχής και επεξεργασίας συναισθηματικών εμπειριών που αρχικά είναι δύσκολο να γίνουν ανεκτές ή να αποκτήσουν νόημα.
Σε συνάφεια με αυτή την οπτική, η έννοια του holding στον Winnicott αναδεικνύει τη σημασία ενός περιβάλλοντος που προσφέρει συνέχεια και συναισθηματική ασφάλεια (Bion, 1962; Winnicott, 1960).
Το πλαίσιο δεν περιορίζει απλώς τη θεραπεία. Την προστατεύει.
Ο σταθερός χρόνος, η συχνότητα των συνεδριών, οι συμφωνημένοι κανόνες (θεραπευτικό συμβόλαιο) και η συνέπεια δημιουργούν μια προβλέψιμη δομή, μέσα στην οποία, μπορούμε σταδιακά να αισθανθούμε ότι υπάρχει χώρος για όσα δυσκολευόμαστε να κρατήσουμε μόνοι μας.
Στην ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, το θεραπευτικό πλαίσιο περιλαμβάνει τους συμφωνημένους όρους της συνεργασίας, τη συνέπεια στις συναντήσεις, τα όρια και τη σταθερότητα της θεραπευτικής σχέσης.
Οι όροι αυτοί δεν αποτελούν απλώς οργανωτικές διευθετήσεις, αλλά μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας, καθώς δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούν να διερευνηθούν οι προσδοκίες, οι δυσκολίες και οι σχεσιακές εμπειρίες του θεραπευόμενου (Freud,1958; Gabbard, 2014).
Ρυθμός και περιοδικότητα
Ο ρυθμός και η περιοδικότητα της θεραπείας, συμβάλλουν στη δημιουργία μιας αίσθησης συνέχειας και προβλεψιμότητας(Freud, 1913,1958; Gabbard, 2014). Όταν ο εσωτερικός κόσμος, βρίσκεται σε αναταραχή, η σταθερή ώρα και ημέρα της συνεδρίας μπορούν να προσφέρουν ένα αίσθημα συγκράτησης και συναισθηματικής ασφάλειας, αυτό που στην ψυχαναλυτική παράδοση περιγράφεται ως holding (Winnicott, 1960).
Σε αυτή την επαναλαμβανόμενη εμπειρία, ένας σταθερός χώρος στον οποίο μπορεί κανείς να επιστρέψει μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για ανθρώπους των οποίων οι πρώιμες σχέσεις ή οι μεταγενέστερες εμπειρίες χαρακτηρίστηκαν από ασυνέχεια, απρόβλεπτες απώλειες ή συναισθηματική αστάθεια(Bowlby, 1988; Winnicott,1960).
Η σταθερότητα του πλαισίου δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα της ζωής. Προσφέρει, όμως, ένα σημείο αναφοράς από το οποίο η αβεβαιότητα μπορεί να γίνει αντικείμενο παρατήρησης και επεξεργασίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ασφάλεια δεν προκύπτει από την απουσία δυσκολιών, αλλά από τη δυνατότητα να αναγνωρίζονται και να διερευνώνται οι δυσκολίες χωρίς να χάνεται η συνέχεια της θεραπευτικής σχέσης (Freud,1958; Gabbard, 2014).
Η ασφάλεια στην παλινδρόμηση
Η θεραπευτική πορεία δεν είναι απαλλαγμένη από επιστροφές σε παλαιότερους τρόπους σκέψης, συναισθηματικής αντίδρασης σε περιόδους αυξημένου άγχους ή εσωτερικής σύγκρουσης ακόμη και όταν έχει προηγηθεί ουσιαστική θεραπευτική εργασία.
Η ψυχαναλυτική θεωρία έχει εξετάσει την έννοια της παλινδρόμησης, καθώς και τη σημασία του θεραπευτικού πλαισίου στην κατανόηση αυτών των διεργασιών( Winnicott, 1954; Spurling, 2008).
Παράλληλα, η έρευνα για τη θεραπευτική αλλαγή αναγνωρίζει ότι η πρόοδος δεν ακολουθεί πάντοτε μια σταθερή, γραμμική πορεία, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει διακυμάνσεις και περιόδους αστάθειας (Hayes et al., 2007).
Μια προσωρινή επιστροφή σε παλαιότερες αντιδράσεις δεν ακυρώνει κατ' ανάγκη όσα έχουν κατακτηθεί. Μπορεί να αποτελέσει αφορμή για βαθύτερη κατανόηση, εφόσον διερευνηθεί μέσα σε ένα ασφαλές θεραπευτικό πλαίσιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιδείνωση είναι θεραπευτικά ωφέλιμη, αλλά ότι χρειάζεται να κατανοείται στο πλαίσιο της συνολικής πορείας του ατόμου.
Και η κατανόηση αυτή δημιουργεί νέες δυνατότητες επιλογής.
Θεραπευτική σχέση και επανασύνδεση
Η σταθερότητα του θεραπευτή και η συνέχεια της θεραπευτικής σχέσης μπορούν να μας επιτρέψουν, ως θεραπευόμενοι, να πειραματιστούμε με νέους τρόπους σκέψης, συναισθήματος και συμπεριφοράς, γνωρίζοντας ότι υπάρχει ένα σταθερό σημείο αναφοράς στο οποίο μπορούμε να επιστρέψουμε για να επεξεργαστούμε την εμπειρία μας.
Η θεραπευτική συμμαχία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που έχουν μελετηθεί στην ψυχοθεραπεία και έχει βρεθεί ότι συνδέεται με την έκβαση της θεραπείας ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση (Horvath, Del Re, Flückiger, & Symonds, 2011).
Η θεραπευτική σχέση μπορεί να λειτουργήσει ως ένας χώρος όπου δεν χρειάζεται να είμαστε διαρκώς «καλά», λειτουργικοί ή συνεπείς με την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει για τον εαυτό μας.
Επιτρέπει την αμφιβολία.
Επιτρέπει την αμφισβήτηση, την απομάκρυνση και την επιστροφή!
Και μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η θεραπεία προσφέρει μια επαναλαμβανόμενη εμπειρία σχέσης: μια εμπειρία στην οποία κάτι μπορεί να ειπωθεί, να ακουστεί, να κατανοηθεί και σταδιακά να ενσωματωθεί.
Η θεραπεία δεν είναι γραμμική! Είναι μια πορεία με επιστροφές, ανακαλύψεις και επανασυνδέσεις.
Ειρήνη Ροκα
Κλινική Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτρια MSc, ECP
Βιβλιογραφία
Bandura, A. (1997). Self-efficacy: The exercise of control. W. H. Freeman.
Bion, W. R. (1962). Learning from experience. Heinemann.
Bourdon, D.-É., El-Baalbaki, G., Girard, D., Lapointe-Blackburn, É., & Guay, S. (2019). Schemas and coping strategies in cognitive-behavioral therapy for PTSD: A systematic review. European Journal of Trauma & Dissociation, 3(1), 33–47.
Freud, S. (1958). On beginning the treatment (Further recommendations on the technique of psycho-analysis I). In J. Strachey (Ed. & Trans.), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (Vol. 12, pp. 123–144). Hogarth Press. (Original work published 1913)
Gabbard, G. O. (2014). Psychodynamic psychiatry in clinical practice (5th ed.). American Psychiatric Publishing.
Hayes, A. M., Laurenceau, J.-P., Feldman, G., Strauss, J. L., & Cardaciotto, L. (2007). Change is not always linear: The study of nonlinear and discontinuous patterns of change in psychotherapy. Clinical Psychology Review, 27(6), 715–723.
Hayes, S. C., Strosahl, K. D., & Wilson, K. G. (2012). Acceptance and commitment therapy: The process and practice of mindful change (2nd ed.). Guilford Press.
Horvath, A. O., Del Re, A. C., Flückiger, C., & Symonds, D. (2011). Alliance in individual psychotherapy. Psychotherapy, 48(1), 9–16.
Luthar, S. S., Cicchetti, D., & Becker, B. (2000). The construct of resilience: A critical evaluation and guidelines for future work. Child Development, 71(3), 543–562.
Masten, A. S., Lucke, C. M., Nelson, K. M., & Stallworthy, I. C. (2021). Resilience in development and psychopathology: Multisystem perspectives. Annual Review of Clinical Psychology, 17, 521–549.
Neff, K. D. (2003). Self-compassion: An alternative conceptualization of a healthy attitude toward oneself. Self and Identity, 2(2), 85–101.
Neff, K. D., & Germer, C. K. (2013). A pilot study and randomized controlled trial of the mindful self-compassion program. Journal of Clinical Psychology, 69(1), 28–44.
Southwick, S. M., Bonanno, G. A., Masten, A. S., Panter-Brick, C., & Yehuda, R. (2014). Resilience definitions, theory, and challenges: Interdisciplinary perspectives. European Journal of Psychotraumatology, 5(1), Article 25338.
Spurling, L. S. (2008). Is there still a place for the concept of "therapeutic regression" in psychoanalysis? The International Journal of Psychoanalysis, 89(3), 523–540.
Vidal, J., & Soldevilla, J. M. (2023). Effect of compassion-focused therapy on self-criticism and self-soothing: A meta-analysis. British Journal of Clinical Psychology, 62(1), 70–81.
Wakelin, K. E., Perman, G., & Simonds, L. M. (2022). Effectiveness of self-compassion-related interventions for reducing self-criticism: A systematic review and meta-analysis. Clinical Psychology & Psychotherapy, 29(1), 1–25.
Winnicott, D. W. (1954). Metapsychological and clinical aspects of regression within the psycho-analytical set-up. International Journal of Psycho-Analysis, 35, 16–26.
Winnicott, D. W. (1960). The theory of the parent-infant relationship. International Journal of Psycho-Analysis, 41, 585–595.
Wood, W., & Rünger, D. (2016). Psychology of habit. Annual Review of Psychology, 67, 289–314.
